τρίκτειρα , τρίκτευα , τρίκτοια , v. τριττύα. τρίκτειρα,τρίκτευα,τρίκτοια, A. v. τριττύα.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τρίκτειρα , τρίκτευα , τρίκτοια , v. τριττύα. τρίκτειρα,τρίκτευα,τρίκτοια, A. v. τριττύα.
τριττύᾱ [ῠ] , ἡ , = τριττύς 11 , Epich. 187 (acc. to Eust. , but he prob. wrote τρίκτοια like Sophr. infr.), Ister 34 ; acc. pl. τριττύας χρυσόκερως Porph. Abst. 2.60 ; also τρικτεύα or τρίκτευα , IG