τριοπίς , v. τριοττίς. = ὄρνεόν τι , Phot. (s. v. l.); ζῷον ὅμοιον ἀκρίδι, Hsch. τριοπίς, A. v. τριοττίς. II. = ὄρνεόν τι , Phot. (s. v. l.);ζῷον ὅμοιον ἀκρίδι, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τριοπίς , v. τριοττίς. = ὄρνεόν τι , Phot. (s. v. l.); ζῷον ὅμοιον ἀκρίδι, Hsch. τριοπίς, A. v. τριοττίς. II. = ὄρνεόν τι , Phot. (s. v. l.);ζῷον ὅμοιον ἀκρίδι, Hsch.