τριγλοφία , τριγλοφίτης , v. τριγλυφία. τριγλοφία,τριγλοφίτης, A. v. τριγλυφία.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τριγλοφία , τριγλοφίτης , v. τριγλυφία. τριγλοφία,τριγλοφίτης, A. v. τριγλυφία.
τριγλῠφία , ἡ , in Dor. form τριγλοφία, = τρίγλυφος, ἡ , SIG 244 ii60 (Delph., iv B. C. ): hence τριγλοφίτης [φῑ] , ου , ὁ (sc. λίθος ), Delph. 3(5).23i i 60 (iv B. C.) . τριγλῠφία,ἡ, in Dor. formτριγ