τρισμός , v. τριγμός. τρισμός, A. v. τριγμός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τρισμός , v. τριγμός. τρισμός, A. v. τριγμός.
shrill cry, scream, τριγμόςorτρισμός,ὁ, A. shrill cry, scream,of the partridge, τριγμὸν ἀφίησι Arist. HA 614a22 ; of some fish,τριγμοὺς ἀφιᾶσιib. 535b16 ; φθέγγονται οἷον τρισμόν Thphr. CP 5.10.5