τρώω , Ep. , = τιτρώσκω (q.v.). τσανγάριος , v. τζαγκάριος. τρώω, Ep. , A. = τιτρώσκω (q.v.).τσανγάριος, v. τζαγκάριος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τρώω , Ep. , = τιτρώσκω (q.v.). τσανγάριος , v. τζαγκάριος. τρώω, Ep. , A. = τιτρώσκω (q.v.).τσανγάριος, v. τζαγκάριος.