τῑμῆντα , v. τιμήεις . τῑμήορος , ον , v. τιμωρός . τῑμηρύειν: τιμιοπωλεῖν , Hsch. τιμῆς , gen. of τιμή . contr. for τιμήεις . τῑμῆντα, A. v. τιμήεις .τῑμήορος,ον, v. τιμωρός .τῑμηρύειν: τιμιοπωλεῖν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τῑμῆντα , v. τιμήεις . τῑμήορος , ον , v. τιμωρός . τῑμηρύειν: τιμιοπωλεῖν , Hsch. τιμῆς , gen. of τιμή . contr. for τιμήεις . τῑμῆντα, A. v. τιμήεις .τῑμήορος,ον, v. τιμωρός .τῑμηρύειν: τιμιοπωλεῖν
sell dear τῑμιο-πωλέω, A. sell dear, Hsch. s.v. τιμηρύειν .