φάγυλοι: μαστοί, μάρσιπποι, Hsch. ; cf. φαγύλιον: μαρσίππιον, Phot. φάγυλοι: μαστοί, μάρσιπποι, Hsch. ; cf.φαγύλιον: μαρσίππιον, Phot.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
φάγυλοι: μαστοί, μάρσιπποι, Hsch. ; cf. φαγύλιον: μαρσίππιον, Phot. φάγυλοι: μαστοί, μάρσιπποι, Hsch. ; cf.φαγύλιον: μαρσίππιον, Phot.