φουάδδει: σωμασκεῖ, Hsch. ; also φούαξιρ ( -αέξιερ cod.) : ἡ ἐπὶ τῆς χώρας (fort. Ὀρθίας ) σωμασκία τῶν μελλόντων μαστιγοῦσθαι. Id. φοῦαι: ἀλώπεκες, Id. φουάδδει: σωμασκεῖ, Hsch. ; alsoφούαξιρ(-αέξιε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
φουάδδει: σωμασκεῖ, Hsch. ; also φούαξιρ ( -αέξιερ cod.) : ἡ ἐπὶ τῆς χώρας (fort. Ὀρθίας ) σωμασκία τῶν μελλόντων μαστιγοῦσθαι. Id. φοῦαι: ἀλώπεκες, Id. φουάδδει: σωμασκεῖ, Hsch. ; alsoφούαξιρ(-αέξιε
a flank ψόα or ψύα, ἡ, more frequently in plural ψόαι or ψύαι, muscles of the loins (compare ἀλώπηξ IV), [[ 5th c.BC: Hippocrates Medicus “περὶ ἄρθρων ἐμβολῆς” 45 (ψύας codices “MV), Nat.Hom.” 11 (ψό