φροιμιάζομαι , φροιμιαστέον , v. προοιμιάζομαι, -αστέον. φροιμιάζομαι,φροιμιαστέον, A. v. προοιμιάζομαι, -αστέον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
φροιμιάζομαι , φροιμιαστέον , v. προοιμιάζομαι, -αστέον. φροιμιάζομαι,φροιμιαστέον, A. v. προοιμιάζομαι, -αστέον.
make a prelude, preamble, προοιμι-άζομαι,pf. A. πεπροοιμίασμαι Luc. Nigr. 10 :—in Trag. contr. φροιμιάζομαι: both forms occur in Arist. and later Prose:aor. ἐφροιμιασάμην Arist. Po. 1460a10 :p