φροιμιάζομαι , φροιμιαστέον , v. προοιμιάζομαι, -αστέον. φροιμιάζομαι,φροιμιαστέον, A. v. προοιμιάζομαι, -αστέον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
φροιμιάζομαι , φροιμιαστέον , v. προοιμιάζομαι, -αστέον. φροιμιάζομαι,φροιμιαστέον, A. v. προοιμιάζομαι, -αστέον.
one must premise, προοιμι-αστέον, A. one must premise, D.H. Rh. 2.8 , Corn. Rh. p.357 H.: contr. φροιμιαστέον, Arist. Rh.Al. 1440b6 , 1445a35 .