χορᾱγέτας , α , ὁ , Dor. for χορηγέτης. χορᾱγέτας,α,ὁ, Dor. forχορηγέτης.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
χορᾱγέτας , α , ὁ , Dor. for χορηγέτης. χορᾱγέτας,α,ὁ, Dor. forχορηγέτης.
χορηγ-έτης , ου , ὁ , = χορηγός , 1 , Iamb. VP 30.186 : Dor. χορᾱγέτας IG 42(1).133.7 (Epid., hymn). χορηγ-έτης,ου,ὁ, A. = χορηγός , 1 , Iamb. VP 30.186 : Dor. χορᾱγέτας IG 42(1).133.7 (Epid., hym