ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές, Id. ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες, Id.; cf. χιλός. ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές,Id.ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες,Id.; cf.χιλός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές, Id. ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες, Id.; cf. χιλός. ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές,Id.ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες,Id.; cf.χιλός.
χειλός , ὁ , with its derivs., v. χιλός. χειλός,ὁ, with its derivs., A. v. χιλός.
χῑλ-ή , ἡ , = χιλός , Gal. Consuet. 2 , Suid. χῑλ-ή,ἡ, A. = χιλός , Gal. Consuet. 2 , Suid.
holding an ox βου-χανδής,ές, (χανδάνω) A. holding an ox,λέβηςib. 153 (Anyte); expld. byπολυχώρητος, Hsch. χῑλος,ον,rich in fodder, λειμών A. Supp. 540 (lyr.); Ἀρκαδίη AP 6.108 ( Myrin. ).
cover all over with grass ἐκχῑλόω, A. cover all over with grass(χιλός):γῆ ἐκκεχιλωμένηlandthat bears nothing but grass, Paus Gr. Fr. 323 .
well-grown, luxuriant εὐαλδής,ές, (ἀλδαίνω) A. well-grown, luxuriant,φῦκος, χιλός, AP 9.325 , IG 14.1389 ii 24 . Ion. Adv.-έως Hp. Lex 2 . II. Act. ,fertilizing, Ἱππουκρήνη Arat. 217 , cf. Plu