ψινάζει: ἀπορρεῖ τὰ ἀσθενῆ τοῦ καρποῦ, φυλλορρεῖ, Hsch. ( ψεινάζει Id.). ψίναθος: ἀγρία αἴξ, Id. ψινάς , = φθινάς , in pl. ψινάδες: αἱ ῥυάδες ἄμπελοι, Id.: cf. ψίνω. ψινάζει: ἀπορρεῖ τὰ ἀσθενῆ τοῦ καρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ψινάζει: ἀπορρεῖ τὰ ἀσθενῆ τοῦ καρποῦ, φυλλορρεῖ, Hsch. ( ψεινάζει Id.). ψίναθος: ἀγρία αἴξ, Id. ψινάς , = φθινάς , in pl. ψινάδες: αἱ ῥυάδες ἄμπελοι, Id.: cf. ψίνω. ψινάζει: ἀπορρεῖ τὰ ἀσθενῆ τοῦ καρ