ψυθιζομένων: γογγυζόντων, Hsch. ψύθιον: ὀλιγοχρόνιον, Id. ψύθιος: ἀραιά, ὀλίγη, ψιθυρίς, Id. = ψίθιος (q. v.). ψυθιστάς: ψιθυριστάς, Id. ψυθιζομένων: γογγυζόντων, Hsch. ψύθιον: ὀλιγοχρόνιον,Id.ψύθιο
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ψυθιζομένων: γογγυζόντων, Hsch. ψύθιον: ὀλιγοχρόνιον, Id. ψύθιος: ἀραιά, ὀλίγη, ψιθυρίς, Id. = ψίθιος (q. v.). ψυθιστάς: ψιθυριστάς, Id. ψυθιζομένων: γογγυζόντων, Hsch. ψύθιον: ὀλιγοχρόνιον,Id.ψύθιο