ψῐθῠρ-ίς , v. ψύθιος. ψῐθῠρ-ίς, A. v. ψύθιος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ψῐθῠρ-ίς , v. ψύθιος. ψῐθῠρ-ίς, A. v. ψύθιος.
ψυδνός , ή , όν , v.l. for ψυδρός in Thgn. 122 . ψυδνὴ χέρσος: ἀραιά, ὀλίγη, Hsch. : misspelt ψυάνη: ἁρεά, ὀλίγη, Theognost. Can. 26 . (With ψυδνός (s. v.l.) cf. κυδνός; for the sense cf. ψύθιος. ) ψυ
ψυθιζομένων: γογγυζόντων, Hsch. ψύθιον: ὀλιγοχρόνιον, Id. ψύθιος: ἀραιά, ὀλίγη, ψιθυρίς, Id. = ψίθιος (q. v.). ψυθιστάς: ψιθυριστάς, Id. ψυθιζομένων: γογγυζόντων, Hsch. ψύθιον: ὀλιγοχρόνιον,Id.ψύθιο