ἴαυος: κοίτη , Hsch. ; cf. ἰαύω . Ϝιαυτοῦ , v. ἑαυτοῦ . ἴαυχεν , v. ἰάχω . ἴαυος: κοίτη, Hsch. ; cf.ἰαύω.Ϝιαυτοῦ, A. v. ἑαυτοῦ .ἴαυχεν, v. ἰάχω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἴαυος: κοίτη , Hsch. ; cf. ἰαύω . Ϝιαυτοῦ , v. ἑαυτοῦ . ἴαυχεν , v. ἰάχω . ἴαυος: κοίτη, Hsch. ; cf.ἰαύω.Ϝιαυτοῦ, A. v. ἑαυτοῦ .ἴαυχεν, v. ἰάχω .
/him/herself ἑαυτοῦ, ῆς, οῦ, ἑαυτῷ, ῇ, ῷ, ἑαυτόν, ήν, ό, plural ἑαυτῶν, ἑαυτοῖς, ἑαυτούς άς, ά: Ionic dialect ἑωυτοῦ [[ “SIG” 57.44 (Milet., 5th c.BC), etc.] Refs 5th c.BC+]; also ωὑτῆς [[ 3rd c.BC:
themself ἑαυτοῦ, ῆς, οῦ, ἑαυτῷ, ῇ, ῷ, ἑαυτόν, ήν, ό, plural ἑαυτῶν, ἑαυτοῖς, ἑαυτούς άς, ά: Ionic dialect ἑωυτοῦ [[ “SIG” 57.44 (Milet., 5th c.BC), etc.] Refs 5th c.BC+]; also ωὑτῆς [[ 3rd c.BC: Hero