ἀελλεῖ: φιλεῖ, κολακεύει , Hsch. ; but ἀελλῶν: στρέφων, ὀπτῶν, ποικίλ<λ> ων , Id. ἀέλλεται: πνεῖ , EM 20.1 . ἀελλεῖ: φιλεῖ, κολακεύει, Hsch. ; butἀελλῶν: στρέφων, ὀπτῶν, ποικίλ<λ>ων , Id.ἀέλλεται: πνε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀελλεῖ: φιλεῖ, κολακεύει , Hsch. ; but ἀελλῶν: στρέφων, ὀπτῶν, ποικίλ<λ> ων , Id. ἀέλλεται: πνεῖ , EM 20.1 . ἀελλεῖ: φιλεῖ, κολακεύει, Hsch. ; butἀελλῶν: στρέφων, ὀπτῶν, ποικίλ<λ>ων , Id.ἀέλλεται: πνε