ἀβηροῦσιν: ᾄδουσιυ, Id. ἀβής: ἀναίσχυντος, ἀνόσιος, Id. ἀβήσσει: ἐπινοεῖ, Id. ἀβηροῦσιν: ᾄδουσιυ,Id.ἀβής: ἀναίσχυντος, ἀνόσιος,Id.ἀβήσσει: ἐπινοεῖ,Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀβηροῦσιν: ᾄδουσιυ, Id. ἀβής: ἀναίσχυντος, ἀνόσιος, Id. ἀβήσσει: ἐπινοεῖ, Id. ἀβηροῦσιν: ᾄδουσιυ,Id.ἀβής: ἀναίσχυντος, ἀνόσιος,Id.ἀβήσσει: ἐπινοεῖ,Id.