ἀβολαία ( -βαλ- cod.) : συγγραφή, ὁμολογία, Hsch. ἀβολεῖς: περιβολαί (Sicel.), Hsch. ἀβολαία(-βαλ-cod.): συγγραφή, ὁμολογία, Hsch. ἀβολεῖς: περιβολαί(Sicel.), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀβολαία ( -βαλ- cod.) : συγγραφή, ὁμολογία, Hsch. ἀβολεῖς: περιβολαί (Sicel.), Hsch. ἀβολαία(-βαλ-cod.): συγγραφή, ὁμολογία, Hsch. ἀβολεῖς: περιβολαί(Sicel.), Hsch.