ἀκκόρ , Lacon. for ἀσκός , Hsch. ἀκκός: παράμωρος, λέγεται δὲ παιδίοις ὡς μωροῖς , Id. ἀκκόρ, Lacon. forἀσκός, Hsch. ἀκκός: παράμωρος, λέγεται δὲ παιδίοις ὡς μωροῖς, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀκκόρ , Lacon. for ἀσκός , Hsch. ἀκκός: παράμωρος, λέγεται δὲ παιδίοις ὡς μωροῖς , Id. ἀκκόρ, Lacon. forἀσκός, Hsch. ἀκκός: παράμωρος, λέγεται δὲ παιδίοις ὡς μωροῖς, Id.
almost foolish παράμωρος,ον, A. almost foolish, Hsch. s.v. ἀκκός .