ἀλεῖν: οἰκεῖν , Hsch. (fort. νάειν ). ἀλεινόν: ἀσθενές, λεπτόν , Id. ἀλέϊον ὕδωρ: ἀθροιστὸν καὶ συλλεκτόν , Id. ἀλέϊος: πένης ,Id. (i.e. Ἀλήιος ). ἀλεῖν: οἰκεῖν, Hsch. (fort.νάειν).ἀλεινόν: ἀσθενές, λ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀλεῖν: οἰκεῖν , Hsch. (fort. νάειν ). ἀλεινόν: ἀσθενές, λεπτόν , Id. ἀλέϊον ὕδωρ: ἀθροιστὸν καὶ συλλεκτόν , Id. ἀλέϊος: πένης ,Id. (i.e. Ἀλήιος ). ἀλεῖν: οἰκεῖν, Hsch. (fort.νάειν).ἀλεινόν: ἀσθενές, λ
without cornlands, poor in lands ἀλή̔ιον,τό, A. v. ἀλήσιον .ἀλήιος,ον, (λήιον)without cornlands, poor in lands, or (ληίς)without booty, opp.πολυλήιος, Il. 9.125 , 267 .ἀληίς: ἄκλοπος, ἀπόρθητος, Hsc