ἠλοσύνη , ἡ , = ἠλιθιότης , Nic. Al. 420 : Aeol. ἀλοσύνα Theoc. 30.12 ; cf. ἆλλος ( s.v. ἠλεός ). ἠλοσύνη,ἡ, A. = ἠλιθιότης , Nic. Al. 420 : Aeol. ἀλοσύνα Theoc. 30.12 ; cf.ἆλλος( s.v. ἠλεός ).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἠλοσύνη , ἡ , = ἠλιθιότης , Nic. Al. 420 : Aeol. ἀλοσύνα Theoc. 30.12 ; cf. ἆλλος ( s.v. ἠλεός ). ἠλοσύνη,ἡ, A. = ἠλιθιότης , Nic. Al. 420 : Aeol. ἀλοσύνα Theoc. 30.12 ; cf.ἆλλος( s.v. ἠλεός ).
distraught, crazed ἠλεός,ή,όν, A. distraught, crazed, φρένας ἠλεέ Od. 2.243 ; in shorter formφρένας ἠλέ(perh. replacing Aeol. ἆλλε, writtenαλε), Il. 15.128 ; ἠλεὰ ῥέξας Call. Fr. 174 , cf. 173 :