ἀλάτας , ἀλᾱτεία , Dor. for ἀλήτης, ἀλητεία . ἀλάτας,ἀλᾱτεία, Dor. forἀλήτης, ἀλητεία.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀλάτας , ἀλᾱτεία , Dor. for ἀλήτης, ἀλητεία . ἀλάτας,ἀλᾱτεία, Dor. forἀλήτης, ἀλητεία.
wandering, roaming ἀλητ-εία, Dor. ἀλᾱτεία,ἡ, A. wandering, roaming; δυσπλάνοις ἀλατείαις A. Pr. 900 (lyr.); ἀλατείᾳ βιότου ταλαίφρων E. Hel. 523 (lyr.), cf. 934 ; in later Prose, Vett.Val. 4.18