πορφυρ-έω , ͂ πορφύρω, ἁλὶ πορφυρεούσῃ v.l. in Arat. 158 ; ἀμέθυστον . . πορφυρέουσαν ( v.l. πορφύρουσαν ) D.P. 1122 ; χρυσῷ πορφυρέοντι Opp. C. 2.597 (vv.ll. πορφύρεον, πορφυρόεντι; πορφύροντι cj.Sch
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πορφυρ-έω , ͂ πορφύρω, ἁλὶ πορφυρεούσῃ v.l. in Arat. 158 ; ἀμέθυστον . . πορφυρέουσαν ( v.l. πορφύρουσαν ) D.P. 1122 ; χρυσῷ πορφυρέοντι Opp. C. 2.597 (vv.ll. πορφύρεον, πορφυρόεντι; πορφύροντι cj.Sch
not drunken, without drunkenness, ἀμέθυστος,ον, (μεθύω) A. not drunken, without drunkenness, Plu. 2.464c : Comp. , Gp. 7.34.2 . II. not intoxicating,perh. so used in Nonn. D. 19.133 : asSubst.,ἀμέθ