ἀνηλῐφής , ές , = ἀνήλειπτος , Suid. : ἀνήλῐφος , ον , v. ἀνήλειπτος. ἀνηλῐφής,ές, A. = ἀνήλειπτος , Suid. :ἀνήλῐφος,ον, v. ἀνήλειπτος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνηλῐφής , ές , = ἀνήλειπτος , Suid. : ἀνήλῐφος , ον , v. ἀνήλειπτος. ἀνηλῐφής,ές, A. = ἀνήλειπτος , Suid. :ἀνήλῐφος,ον, v. ἀνήλειπτος.