ἀναδρύγματα: θύματα, Hsch. ἀναδρύψει: ἀναξ[ηρ]ανεῖ, Id. ἀναδρύγματα: θύματα, Hsch. ἀναδρύψει: ἀναξ[ηρ]ανεῖ,Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀναδρύγματα: θύματα, Hsch. ἀναδρύψει: ἀναξ[ηρ]ανεῖ, Id. ἀναδρύγματα: θύματα, Hsch. ἀναδρύψει: ἀναξ[ηρ]ανεῖ,Id.