ἀνάπωτις , v. ἄμπωτις :— Adj. ἀναπωτικός , ή , όν , Eust. 1719.44 . ἀνάπωτις, A. v. ἄμπωτις :—Adj. ἀναπωτικός,ή,όν, Eust. 1719.44 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνάπωτις , v. ἄμπωτις :— Adj. ἀναπωτικός , ή , όν , Eust. 1719.44 . ἀνάπωτις, A. v. ἄμπωτις :—Adj. ἀναπωτικός,ή,όν, Eust. 1719.44 .