ἀνθρωπ-ήϊος , η , ον , v. ἀνθρώπειος. ἀνθρωπ-ήϊος,η,ον, A. v. ἀνθρώπειος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνθρωπ-ήϊος , η , ον , v. ἀνθρώπειος. ἀνθρωπ-ήϊος,η,ον, A. v. ἀνθρώπειος.
human, ἀνθρώπ-ειος,α,ον, Ion. ἀνθρωπ-ήϊος,η,ον, (ος,ον Luc. Asin. 46 ):— A. human,opp.θεῖος, Heraclit. 78 ; τὰ-ήϊα Democr. 37 ; ἀνθρωπηί̈η φωνή Hdt. 2.55 ; ἡ ἀ. φύσις Id. 3.65 , al.; ἀ. σῶμα