ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id. ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ),
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id. ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ),