ἄραμα: βόρβορος, Hsch. ἄραμεν: μένειν, and ἀράμεναι: ἡσυχάζειν, Id. (perh. for ἠρεμεῖν ). ἀράμενοι: τὰ ἀπόχυτα ὕδατα, Id. ἄραμος: ἐρῳδιός, Id. ἀράνη: μεσάγκυλον, Id. (order requires ἀραύη ). <ἄ>ρανις:
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄραμα: βόρβορος, Hsch. ἄραμεν: μένειν, and ἀράμεναι: ἡσυχάζειν, Id. (perh. for ἠρεμεῖν ). ἀράμενοι: τὰ ἀπόχυτα ὕδατα, Id. ἄραμος: ἐρῳδιός, Id. ἀράνη: μεσάγκυλον, Id. (order requires ἀραύη ). <ἄ>ρανις: