ἄργιον , = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 . ἀργιόπους: ἀετός ( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύς, Id. ἄργιον, A. = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 .ἀργιόπους: ἀετός( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄργιον , = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 . ἀργιόπους: ἀετός ( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύς, Id. ἄργιον, A. = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 .ἀργιόπους: ἀετός( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύ