ἀγάνεται: πραγματεύεται, χρῆται, Hsch. ἀγάνημαι: ἀσχάλλω, ἀγανακτῶ, Id. ἀγανίδα: ἀτρέμας, Id. (fort. -ηδά ). ἀγάνεται: πραγματεύεται, χρῆται, Hsch. ἀγάνημαι: ἀσχάλλω, ἀγανακτῶ,Id.ἀγανίδα: ἀτρέμας,Id
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀγάνεται: πραγματεύεται, χρῆται, Hsch. ἀγάνημαι: ἀσχάλλω, ἀγανακτῶ, Id. ἀγανίδα: ἀτρέμας, Id. (fort. -ηδά ). ἀγάνεται: πραγματεύεται, χρῆται, Hsch. ἀγάνημαι: ἀσχάλλω, ἀγανακτῶ,Id.ἀγανίδα: ἀτρέμας,Id
to be distressed, grieved, ἀσχᾰλάω, onlypres.(exc.fut. A. -ήσω Thal. ap. D.L. 1.44 ),3 sg. ἀσχαλάᾳ Il. 2.293 ;3 pl. ἀσχαλόωσι 24.403 ;inf. ἀσχαλάαν 2.297 ;part. ἀσχαλόων 22.412 ; imper