ἀτερέα: ὄρος, γοργόν (Cret.), Hsch. ἀτέρεμνος , ον , = ἀτέραμνος , Id. ἀτερέψατο: ἠθέτησεν, Id. ἀτερήσιον: ἀπρόμηθες, Id. ( ἀρετή- cod.). ἀτερέα: ὄρος, γοργόν(Cret.), Hsch. ἀτέρεμνος,ον, A. = ἀτέρα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀτερέα: ὄρος, γοργόν (Cret.), Hsch. ἀτέρεμνος , ον , = ἀτέραμνος , Id. ἀτερέψατο: ἠθέτησεν, Id. ἀτερήσιον: ἀπρόμηθες, Id. ( ἀρετή- cod.). ἀτερέα: ὄρος, γοργόν(Cret.), Hsch. ἀτέρεμνος,ον, A. = ἀτέρα