ἁρμόττω , ἁρμοττόντως , Att. for ἁρμόζω, -ζόντως, qq.v. ἁρμόττω,ἁρμοττόντως, Att. forἁρμόζω, -ζόντως,qq.v.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἁρμόττω , ἁρμοττόντως , Att. for ἁρμόζω, -ζόντως, qq.v. ἁρμόττω,ἁρμοττόντως, Att. forἁρμόζω, -ζόντως,qq.v.
suitably, ἁρμοζόντως, A. suitably, χρείᾳ τινῶν D.S. 3.15 , cf. SIG 559.10 (iii B. C.), BGU 1060.31 (i B. C.); τοῖς παροῦσι J. AJ 6.1.2 ; τῷ πάθει Gal. 18(1).773 ; Att. ἁρμοττόντως Ph. Bel.