ἄζωτος , ον , = ἄζωστος , EM 22.21 . ἄζωτον: ἀβίωτον , Hsch. ἄζωτος,ον, A. = ἄζωστος , EM 22.21 . II. ἄζωτον: ἀβίωτον, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄζωτος , ον , = ἄζωστος , EM 22.21 . ἄζωτον: ἀβίωτον , Hsch. ἄζωτος,ον, A. = ἄζωστος , EM 22.21 . II. ἄζωτον: ἀβίωτον, Hsch.