ἀνσατήρ: βουβών ( Lacon. ), Hsch. ἄνσατον: ἅψασθαι, συνάψαι (Cret.), Id. ἀνσερίσασθαι: τὸ μόνον πρὸς τὸ πῦρ στῆυαι ( Lacon. ), Id. ἀνσατήρ: βουβών( Lacon. ), Hsch. ἄνσατον: ἅψασθαι, συνάψαι(Cret.), I
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνσατήρ: βουβών ( Lacon. ), Hsch. ἄνσατον: ἅψασθαι, συνάψαι (Cret.), Id. ἀνσερίσασθαι: τὸ μόνον πρὸς τὸ πῦρ στῆυαι ( Lacon. ), Id. ἀνσατήρ: βουβών( Lacon. ), Hsch. ἄνσατον: ἅψασθαι, συνάψαι(Cret.), I