ἑδοξοεῖ: ἀγαλματοποιεῖ , Hsch. ἐδοργύπευσεν: ἔσφαξεν ἢ ἐπέρανεν , Id. ἑδοξοεῖ: ἀγαλματοποιεῖ, Hsch. ἐδοργύπευσεν: ἔσφαξεν ἢ ἐπέρανεν, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἑδοξοεῖ: ἀγαλματοποιεῖ , Hsch. ἐδοργύπευσεν: ἔσφαξεν ἢ ἐπέρανεν , Id. ἑδοξοεῖ: ἀγαλματοποιεῖ, Hsch. ἐδοργύπευσεν: ἔσφαξεν ἢ ἐπέρανεν, Id.