ἐέλδομαι , ἐέλδωρ , Ep. for ἔλδ -. ἐέλμεθα , ἐελμένος , v. εἴλω . ἐέλπομαι , Ep. for ἔλπομαι . ἐέλσαι , v. εἴλω . ἐεργάθω , ἔεργε , ἐεργμένος , ἐέργνυμι , ἐέργω , Ep. for εἰργ -. ἐερμένος , ἔερτο , v.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐέλδομαι , ἐέλδωρ , Ep. for ἔλδ -. ἐέλμεθα , ἐελμένος , v. εἴλω . ἐέλπομαι , Ep. for ἔλπομαι . ἐέλσαι , v. εἴλω . ἐεργάθω , ἔεργε , ἐεργμένος , ἐέργνυμι , ἐέργω , Ep. for εἰργ -. ἐερμένος , ἔερτο , v.