ἐκλελαμμένον: ἐξεστραμμένον, Hsch. ἐκλελαπτημένον: ἐκπεπονημένον, Id. ἐκλελι<α>σμένος: ἐξεστραμμένος, Id. ἐκλελαμμένον: ἐξεστραμμένον, Hsch. ἐκλελαπτημένον: ἐκπεπονημένον,Id.ἐκλελι<α>σμένος: ἐξεστρα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐκλελαμμένον: ἐξεστραμμένον, Hsch. ἐκλελαπτημένον: ἐκπεπονημένον, Id. ἐκλελι<α>σμένος: ἐξεστραμμένος, Id. ἐκλελαμμένον: ἐξεστραμμένον, Hsch. ἐκλελαπτημένον: ἐκπεπονημένον,Id.ἐκλελι<α>σμένος: ἐξεστρα