ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
drive, set in motion ἐλαύνω, Il. 12.62 , etc.: Ion. impf. ἐλαύνεσκον(ἀπ-) Hdt. 7.119 :fut. ἐλάσω [ᾰ],part. A. ἐλάσοντας X. An. 7.7.55 codd., cf. D.H. 2.36 , (ἐξ-) Hp. Loc.Hom. 46 , Nat.Mul. 32 (ἐ