ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
disgrace, put to shame ἐλέγχω, Od. 21.424 , etc.:fut. A. ἐλέγξω Ar. Nu. 1043 , etc.:aor. ἤλεγξα Il. 9.522 , etc.:— Pass. ,fut. ἐλεγχθήσομαι Antipho 2.4.10 , X. Mem. 1.7.2 :aor. ἠλέγχθην An