ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
Acut.(Sp. ἑλίσσωorἐλίσσω(the latter more freq. in codd. of Hom. ), Att. ἑλιξό-ττω, Ep. inf. A. -έμεν Il. 23.309 ; Ion. εἰλίσσωorεἱλίσσω(εἱ. is found in codd. of Hdt. (v. infr.), but κατ-ελίσσει