ἐνι-πλήσασθαι , ἐνι-σθῆναι , ἐνί-σωσι , v. ἐμπίπλημι. ἐνι-πλήσασθαι,ἐνι-σθῆναι,ἐνί-σωσι, A. v. ἐμπίπλημι.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐνι-πλήσασθαι , ἐνι-σθῆναι , ἐνί-σωσι , v. ἐμπίπλημι. ἐνι-πλήσασθαι,ἐνι-σθῆναι,ἐνί-σωσι, A. v. ἐμπίπλημι.