ἐνι-κάββαλε , ἐνι-κάππεσε , Ep. aor. 2 of ἐγκαταβάλλω, -πίπτω. ἐνι-κάββαλε,ἐνι-κάππεσε, Ep. aor. 2ofἐγκαταβάλλω, -πίπτω.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐνι-κάββαλε , ἐνι-κάππεσε , Ep. aor. 2 of ἐγκαταβάλλω, -πίπτω. ἐνι-κάββαλε,ἐνι-κάππεσε, Ep. aor. 2ofἐγκαταβάλλω, -πίπτω.