ἐξειρύω , v. ἐξερύω. ἐξειρύω, A. v. ἐξερύω.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐξειρύω , v. ἐξερύω. ἐξειρύω, A. v. ἐξερύω.
draw out of, ἐξερύω, Ion. ἐξειρύω,aor.1 ἐξείρῠσα, Ep. ἐξέρῠσαandἐξείρυσσα;alsoἐξερύσασκον(v. infr.):— A. draw out of, βέλος . . ἐξέρυς' ὤμου Il. 5.112 ; ἰχθύας, οὕς θ' ἁλιῆες . . πολιῆς ἔκτοσθε