ἐπίστιος , ον , Ion. for ἐφέστιος (q.v.). . ἐπίστιος, ἡ , = ἀνίσωμα , πίνουσα τὴν ἐ . Anacr. 90.4 . ἐπίστιος,ον, Ion. forἐφέστιος(q.v.). II. .ἐπίστιος,ἡ , = ἀνίσωμα ,πίνουσα τὴν ἐ. Anacr. 90.4 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπίστιος , ον , Ion. for ἐφέστιος (q.v.). . ἐπίστιος, ἡ , = ἀνίσωμα , πίνουσα τὴν ἐ . Anacr. 90.4 . ἐπίστιος,ον, Ion. forἐφέστιος(q.v.). II. .ἐπίστιος,ἡ , = ἀνίσωμα ,πίνουσα τὴν ἐ. Anacr. 90.4 .
ἀνίσωμα , ατος , τό , = ἐπίστιος, ἡ , prob. in Ath. 10.447a ; cf. ἀνισόω. ἀνίσωμα,ατος,τό,= ἐπίστιος,ἡ,prob. in Ath. 10.447a ; cf.ἀνισόω.
at one's own fireside, at home ἐφέστι-ος, Ion. ἐπίστιος,ον, Hdt. (v. infr.),ἐφ[ίστιος] prob. in SIG 1218.17 (lulis,v B.C.): (ἑστία):— A. at one's own fireside, at home,ἀπολέσθαι ἐ. Od. 3.234 ;Τρῶες,