ἐπιζυγκ<λ>-εῖν: ἐπισκαρδαμύττειν, ἐπιστένειν, ἐπικατακλᾶν , and ἐπιζυγκ<λ>-οῦσα: ἐπικλείουσα, μύουσα , Hsch. ἐπιζυγκ<λ>-εῖν: ἐπισκαρδαμύττειν, ἐπιστένειν, ἐπικατακλᾶν, andἐπιζυγκ<λ>-οῦσα: ἐπικλείουσα,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπιζυγκ<λ>-εῖν: ἐπισκαρδαμύττειν, ἐπιστένειν, ἐπικατακλᾶν , and ἐπιζυγκ<λ>-οῦσα: ἐπικλείουσα, μύουσα , Hsch. ἐπιζυγκ<λ>-εῖν: ἐπισκαρδαμύττειν, ἐπιστένειν, ἐπικατακλᾶν, andἐπιζυγκ<λ>-οῦσα: ἐπικλείουσα,