ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές, Id. ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες, Id.; cf. χιλός. ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές,Id.ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες,Id.; cf.χιλός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές, Id. ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες, Id.; cf. χιλός. ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές,Id.ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες,Id.; cf.χιλός.