ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον, Id. ἕσσωμαι , pf. Pass. of ἑσσόομαι, v. ἡσσάομαι. ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον,Id.ἕσσωμαι,pf. Pass. ofἑσσ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον, Id. ἕσσωμαι , pf. Pass. of ἑσσόομαι, v. ἡσσάομαι. ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον,Id.ἕσσωμαι,pf. Pass. ofἑσσ