ἑταιρ-ηί̈η , ἑταιρήϊος , η , ον , Ion. for ἑταιρεία, ἑταιρεῖος, α , ον. ἑταιρ-ηί̈η,ἑταιρήϊος,η,ον, Ion. forἑταιρεία, ἑταιρεῖος,α, ον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἑταιρ-ηί̈η , ἑταιρήϊος , η , ον , Ion. for ἑταιρεία, ἑταιρεῖος, α , ον. ἑταιρ-ηί̈η,ἑταιρήϊος,η,ον, Ion. forἑταιρεία, ἑταιρεῖος,α, ον.
association, brotherhood, ἑταιρ-εία,ἡ, alsoἑταιρία, E. Or. 1072 , 1079 , Th. 3.82 , Pl. R. 365d , D. 10.259 , Arist. Pol. 1272b34 , al.; Ion. ἑταιρ-ηί̈η: (ἑταῖρος):— A. association, brotherhood, τῶ